Μαμμόθρεφτο: ἀπό τό ἰταλικό mammolo=βρέφος
Λέγεται πώς μαμούρα ἦταν ἡ βοηθός τῆς μαμῆς-μαίας (μάμες ἦταν οἱ πολύ- ξερες ἀπό γέννες γιαγιάδες), ἡ ὁποία ἔκανε τίς δευτερεύουσες δουλειές κατά τή γέννα. Ἔπλενε τά ροῦχα, ἔφερνε τό νερό, καθάριζε τό μέρος κλπ. Ἔτσι, μα- μοῦρες ἦταν οἱ ὑπηρέτριες αὐτές. Μαμμόθρεφτο, λοιπόν, ἢ μαμούθρεφτο ἦταν τό καλομαθημένο παιδί, πού μεγάλωσε μέ τήν ἔγνοια τόσων ὑπηρετριῶν κι ἔτσι ἀνίκανο, μαλθακό, χωρίς νά μπορεῖ νά ὑπηρετήσει τόν ἑαυτό του.